Λατρεύω τη φύση, τα βουνά και τα λαγκάδια για συλλογή βοτάνων, μα όλα δεν ευδοκιμούν παντού. Μόλις μου έφεραν λοιπόν τα βότανα απ' την Κρήτη που είχα παραγγείλει, τίλιο, κίστο και δίκταμο. Ανοίγω πρώτα το τίλιο που το περίμενα πως και πως! Και ω, ναι! Η ίδια μυρωδιά! Ένιωσα στην καρδιά το άρωμα του κι ανατρίχιασα σύγκορμη, μια ανάσα μόνο και με συγκίνησε τόσο, το τίλιο δεν ήταν για μένα ένα βότανο απλά μα ήταν άγγιγμα ψυχής! Και στη στιγμή με κατέκλυσαν τόσες αναμνήσεις! Η θεία μου η αγαπημένη, μια φυσιογνωμία γλυκιά κι ευγενική, πρόσωπο πράο που το είχαν λειάνει η πίκρα κι οι καημοί, ανάμεσα στα φύλλα και στα άνθη του, στο φλαμούρι όπως το έλεγε η ίδια που το μάζευε από τις φλαμουριές στο χωριό της, το Γιαννακοχώρι. Το σπίτι μου το πατρικό, τα εφηβικά μου χρόνια και η μανούλα μου στην πόρτα να με περιμένει. Χειμωνιάτικα βράδια, η σόμπα αναμμένη και η τσαγιέρα πάνω της να σιγοβράζει το τίλιο. Λεπτό, γλυκό το άρωμα του, μοσχοβολούσε φροντίδα, νοιάξιμο, θαλπωρή και το χρώμα του αλησμόνητο, αν ξέμενε παραπάνω γινόταν ρουμπινί, η αγάπη της μάνας μου, η αγάπη! Αυτή με άγγιξε τώρα δα! Η αγάπη που σπάει τα σύνορα του χρόνου, σκίζει τα πέρατα του κόσμου σαν αστραπή στην απεραντοσύνη και σε βρίσκει, άπλετο φως σε πλημμυρίζει, βάλσαμο στην ψυχή! Η αιώνια, η άφθορη, η Αγία Αγάπη!
σ' ώρες απρόσμενες απρόσκλητοι επισκέπτες, τότες που 'ναι της ψυχής μου το σπίτι ανάκατο. Φλόμωσαν οι κάμαρες ψαρίλα ήρθαν οι μυρουδιές από της θάλασσας στα έγκατα. Γιόμισεν ο αιθέρας ιώδιο, κατράμι, φύκια, δίθυρα και γαστερόποδα με την οσμή των ξενερισμένων οστράκων.
Δεν έχω τίποτα να σας φιλέψω ελεεικό του ελεεικού. Ούτε σύκα λιαστά, καρύδια, ρακί, που βρίσκονται και στου πιο φτωχού το σπίτι. Όλα μου σώθηκαν. Στ' ατέλειωτα νυχτέρια της νοσταλγίας ξενύχτησε του λύχνου μου το λάδι να περιμένει του ταξιδιού το φως στα μέρη του Τριάκαθα, στο Σταυρό του Αζαλά, να σεργιανίσω στα μουράγια, με τους ψαράδες να ματίσω τα δίχτυα της ζωής.
Ποίημα του Μανώλη Γλέζου δημοσιευμένο στο βιβλίο του
και λάβα ακόμα μας κερνάει το καλοκαίρι, τα τελευταία καυτά σφηνάκια του στο χέρι, νάτες, έφτασαν κιόλας στα κίτρινα γοβάκια τους, οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη! Σιγά σιγά τα χρώματα θ' αλλάξουν, στα δέντρα οι μπαλαρίνες φορεσιά, να ζωγραφίσουν με άλλες νότες, της φύσης τον πολύχρωμο καμβά. Με πάθος ερωτεύσιμο, κόκκινες,
χρυσοπράσινες, πορτοκαλί, θα περιμένουν σε χορό να τις καλέσει, στον άνεμο θα υποκλιθούν και θα στροβιλιστούν σαν οπτασίες ανάλαφρες στην αγκαλιά του, με πιρουέτες ταπεινές θα σκορπιστούν από τα πέντε δάχτυλα του να σμίξουν με άλλες καταγής, φαντασμαγορικά να σαρκωθούν σε πλούσια, πανέμορφα χαλιά. Κι ο έρωτας του καλοκαιριού, αχ, ο έρωτας μου! θα ανταμώσει με χαρά τις πρώτες του φθινόπωρου ψιχάλες ενώ μια αισθαντική σονάτα θα συνεπαίρνει τις καρδιές, τα σώματα πλησίστια οδηγώντας σε αποχρώσεις εωθινές και σε δροσάτες ροδαυγές. Ο έρωτας πάντα καλλιτέχνης, ζωγράφος, μουσικός και ποιητής, με το βελούδινο του σφρίγος έντονα βάφει ό,τι αγγίζει, στο διάβα του όλα τα ωραιοποιεί, κάθε εποχή στα μάτια του ξεχωριστή! Μα είναι στ' αλήθεια έρωτας η ομορφιά της φύσης σ' όποια εποχή, αρκεί να έχει μάτια καθαρά η ψυχή, η φύση τόσο αγνό, παρθένο θηλυκό που σε μαγεύει! Φθινόπωρο, Σεπτέμβρης ήρθε πάλι και ας χαρούμε κάθε μια στιγμή!
Φθινόπωρο ήρθε πάλι δόξα τω Θεώ
κι ας το χαρούμε όπως μας καλεί, με την αξία και τη χάρη της, ας απολαύσουμε κάθε στιγμή!
Ξεκινήσαμε πρωί-πρωί με τον Στέλιο και τη Βάνα, τον Γιώργη και την Άννα απ' το χωριό για την Κερά. Πιο πέρα από το Σταύρο βάρυνε, γκρίζος ο ουρανός, τα σύννεφα κατέβαιναν ολοένα. Κάποιες στιγμές έλεγες έρχονται καταπάνω μας σαν να θελαν να μας καταπιούν.
Πυκνός υγρός ο κατσηφόρας έγλυφε τα βουνά.
"Τονε πάει γραίγο" έλεγε ο Τζόβενος με την ιδιαίτερη νησιωτική προσφορά του. "Μα λες να βρέξει;" ρώτησε η Βάνα. Έτσι σε ξεγελάνε τα σύννεφα εδώ πάνω, στα ορεινά. Πριν να φανεί απ' τις στροφές η Αργοκοιλιώτισσα, ο γαλάζιος κάμπος ξανοίγεται μπροστά μας με τις σκιές του ουρανού να τρεμοπαίζουν πάνω στα νερά, παιχνίδια στη γαλήνη. Ολόφωτη η απεραντοσύνη απλώνεται στα πόδια μας....σαγήνη! Δίχτυ θαρρείς η ομορφιά της και μας τραβάει στην αγκαλιά της! Πήραμε το χωματόδρομο στα δεξιά μα σύντομα φτάσαμε στο τέρμα με το αμάξι και συνεχίσαμε με τα πόδια. Ανοίγει και λειτουργιέται στη γιορτή Της, στα εννιάμερα της Παναγίας η Κερά, εδώ στο Λιοϋράκι. Πετρόχτιστη η εκκλησιά του 9ου αιώνα και δυστυχώς οι βυζαντινές τοιχογραφίες της θάφτηκαν κάτω από τις πολλές στρώσεις του ασβέστη όπως λένε. Ποιος ξέρει αν κάποιος κάποτε γι' αυτό ενδιαφερθεί, πόσα ακόμα περιμένουν, πόσοι στα αζήτητα ανεκτίμητοι θησαυροί! Το ψάχνω με το βλέμμα μου, μα που είναι; ούτε που το φαντάζεσαι αν δεν το ξέρεις, πως κάπου ανάμεσα στα δέντρα είναι ένα εκκλησάκι! Να το επιτέλους, φάνηκε! Η Παναγία η Κερά! Στη χάρη Σου προσκεκλημένη, Κυρία των Αγγέλων, Δέσποινα Παναγιά μου, όλα μου τα 'φερες δεξιά ετούτη τη φορά να ρθω,να ρθω να σε γνωρίσω. Μόλις την είδα τα 'χασα, συγκινήθηκα, ένιωσα ρίγος, δέος στην εικόνα Της μπροστά που τόσα χρόνια το θελα να ρθω να προσκυνήσω! Άκουγα η Κερά, κανείς όμως δεν έλεγε η Κυρία των Αγγέλων! Πόσο μου άρεσε αυτό το όνομα Σου, αυτή η εικόνα η λιτή, της χάρης Της η ζεστασιά! Από τον τρούλο έμπαινε του ήλιου το φως! Η λειτουργία σε συνέπαιρνε, η προσευχή, η γαλήνη! Όλα εδώ ήταν αλλιώς!
Όμορφα που είναι έτσι απλά, στο λιτό, ασβεστωμένο ξωκλήσι που είναι κρυμμένο μες στη φύση, να υμνείς την Παναγία και να μιλάς με το Θεό, κάτω από αυτό τον ουρανό που βλέπει στο Αιγαίο!
Κι απ' το λιβάνι η προσευχή να μοσχοβολάει γιασεμί! Κι όταν τελειώνει η λειτουργιά, οι ντόπιοι, ωραίοι άνθρωποι, ζεστοί, φιλόξενοι, απλοϊκοί, τα έχουν όλα έτοιμα, να ευχαριστηθεί ο κόσμος στη γιορτή.
Κεράσματα, καφές, γλυκά, κόκκινο σπιτικό κρασί, τυριά από τους βοσκούς, αρσενικό, ξινομυζήθρα, ντομάτες απ' τα περιβόλια τους, πεντανόστιμα κηπευτικά κι άφθονο κρέας. Ντόπιο σφαχτό, κοκκινιστό, βραστό, ζούλα όπως συνηθίζουν στα πανηγύρια στο νησί που βράζουν σε καζάνια απάνω στη φωτιά, με ξύλα όπως παλιά και μακαρόνια πάντα, πατάταδα ή γαμοπατάτες. Στο τέλος φρούτα δροσερά, ολόφρεσκα γλυκά κόκκινα σύκα και τα καρπούζια που παγώνουν στο πηγάδι.
Στρωμένα τα τραπέζια στη σκιά κάτω από τον μεγάλο πλάτανο! Ωραίο κέρασμα και η φυσική δροσιά! Κι ύστερα γλέντι με όργανα ή όχι, νησιώτικα τραγούδια και χορό! Μοσχοβολάει η φύση εδώ και περισσεύει η χαρά, βάλσαμο ετούτη η γιορτή, 23 του Αυγούστου στην Παναγία την Κερά, με το αεράκι αυτό το δροσερό, τη μυρωδιά του θυμαριού, του βαλσαμόχορτου τριγύρω, κάτω από τα πλατάνια με τα τρεχούμενα νερά, τα πρόσωπα εύθυμα και χαμογελαστά! Την ευλογία Της να έχουμε και να μας αξιώνει να ανταμώνουμε στη χάρη Της ξανά!
"Ήμουν χαμένος, και τώρα είμαι, αλλά τώρα είναι επιλογή μου,
πρώτα για να μη σε πληγώσω (δεν θα το ‘κανα ποτέ ) και μετά να μη σε πληγώσω περισσότερο, θα είμαι ένα μόνιμο βάρος στην αθώα ψυχή σου.
Μόνο θύμησες και όμορφες εικόνες έχω στον νου και στην καρδιά μου.
Κάποιες φορές ένας χρόνος αξίζει περισσότερο από χίλιες ζωές.
Καθόμουν στην πλατεία, σ’ εκείνο το άθλιο τραπέζι, όταν φάνηκες.
Ήξερα καλά ότι ήμουν ένα γελοίος, ένα τίποτα. Ντρεπόμουν θανάσιμα να σε κοιτάξω στα μάτια. Πραγματικά έτρεμα μόλις σε είδα να ‘ρχεσαι προς το μέρος μου. Έγινα περισσότερο γελοίος ( δεν χρειαζόταν να μου το δείξουν οι άλλοι, όπως έκαναν πάντα), το καταλάβαινα. Κατάφερα να νικήσω εκείνη τη στιγμή αμηχανίας και να σε αντικρίσω. Δεν φαντάστηκα ούτε μια φορά, ότι θα με κοίταζες, ότι τα βλέμματά μας θα ενωθούν, να όμως που έγινε. Δεν ήταν ανάγκη να υπάρξει οτιδήποτε άλλο πια στον φτωχό, μίζερο κόσμο μου. Απέκτησα πίστη, εγώ που πάντα ήμουν ένας άπιστος, ένας γελωτοποιός. Πίστεψα και πιστεύω σ’ εσένα, κλαίγοντας.
Ναι, δεν άξιζα αυτήν την ευτυχία. Ένα βλέμμα και η ζωή άλλαξε. Έγινα ό,τι ήθελες : ποιητής, πολεμιστής, ταξιδευτής, ανέβηκα στα βουνά, βούτηξα στις θάλασσες ( κυριολεκτικά και μεταφορικά ). Και ήρθες για καλά στη ζωή μου, κι αλλάξαν οι ουρανοί χρώματα, αστέρια κι οι άκρες τους γέμισαν πορφύρα και τριαντάφυλλα.
Εσύ, εσύ, η μοναδική, περήφανη γυναίκα σε όλον τον κόσμο, ν’ αγαπήσεις εμένα, ούτε θείο δώρο ήταν, ούτε ευλογία, ένα θανατερό επεισόδιο ήταν που λάτρεψα και λατρεύω. Όσο πόνο είχες , τόση χαρά μόχθησα να σου δώσω και στην έδωσα. Και τώρα που θα χαθώ, εσύ θα είσαι η τελευταία σκέψη και εικόνα. Εσύ με σήκωσες ψηλά. Έπαψα να ‘μαι ένας γελοίος, ένα θλιβερός μαζωχτής εμπειριών και κατακτήσεων.
Την ψυχή σου την κράτησα στα χέρια μου μαζί με το κορμί σου, σαν θυσία στον χρόνο και στον θάνατο.
Σου ‘δωσα τη δύναμη και την αδυναμία μου, γιατί ήσουν περισσότερο από μια αγάπη, ήσουν μια αγία, αγαπημένη μου. Το φως σου, ξέκανε τα σκοτάδια μου.
Ήθελα να ‘ναι έτσι η ζωή μας για πάντα, αλλά είναι αδύνατον, αδύνατον και το ξέρεις.
Κι αν σου ‘γραψα αυτό το γράμμα, το ‘κανα γιατί οι λέξεις μου είναι η μυστική απόδειξη τι ήσουν για μένα. Αυτή τη μοναδική στιγμή που σε είδα και σ’ αγάπησα, αυτή τη στιγμή θα ‘χω συντροφιά για τον χρόνο που μου απέμεινε, και δεν θα είναι πολύς (το ξέρω κι ευτυχώς). Άλλαξα απ’ την αγάπη σου και εκεί σταμάτησε η ζωή μου. Θυμάμαι πως πήγαινα κι έκλαιγα στον τάφο της μητέρας μου, κι όλοι απορούσαν που με έβλεπαν να κλαίω, αλλά κανείς δεν γνώριζε ότι έκλαιγα από χαρά, δεν με ένοιαζε να δώσω εξηγήσεις κι απολογίες. Αυτά τα δάκρυα δεν ήταν εγωιστικά, αλλά αγαπητικά κι αφιερωμένα, έξω από τον κόσμο, έξω από την κακία και το ψέμα.
Θυσιαστική εξομολόγηση.
Μ’ έκαιγε ο ήλιος και τον κοιτούσα κατάματα. Δεν με στενοχωρούσε απολύτως τίποτα. Αγαπούσα τους ανθρώπους, δίπλα μου, κοντά και μακριά μου. Προσευχόμουν στον Χριστό με τη μορφή σου στην καρδιά. Ω, ας με περιγελούσαν όλοι, τους αγαπούσα και τους αγαπώ.
Μια μέρα ανέβηκα στο βουνό, πάνω από την πόλη. Ω, αγάπη μου οι πέτρες μπροστά μου, στα πόδια μου, ήταν όλες σαν καρδιές. Ούτε στον ουρανό δεν με άφησε η αγάπη σου, ούτε στα ύψη, ούτε στα βάθη. Ατίμητο δώρο της φύσης και του Θεού (για μας). Και οι συνοδοιπόροι μου, γελούσαν που έπιανα τις πέτρες και τις φιλούσα τρυφερά, με λέγανε τρελό. Πόσο μου άρεσε να με λένε τρελό, είχα την τρέλα της αγάπης, αυτής που συγχωράει και αγκαλιάζει τον κόσμο. Δεν ήξεραν τι είναι η αγάπη, ούτε και θα μάθουν (ποτέ τους). Έζησα για λίγο την ομορφιά, αλλά με χόρτασε, φτάνει και περισσεύει για το τέλος μου. Αξίζει μια ολόκληρη ζωή, αυτό το λίγο. Αυτό είναι κάτι που μετράει.
Θα φύγω και θα γράφω, συνέχεια. Να ξέρεις ότι όλα όσα έγραψα, όλα όσα θα γράψω κι όσα δεν θα γράψω και θα στοχαστώ, θα είναι για ‘σένα. Μου άρεσαν οι ήσυχες νύχτες μας, όλα ήταν όμορφα, αθώα. Θεέ μου, σαν γνωρίζεις την αγάπη, τι άλλο μένει; Δεν χρειάζεται καμιά απάντηση, καμιά πραγματικά.
Τα καλοκαίρια, όταν ήμουν παιδί, κρυβόμουν στις αγράμπελες, μα και εκεί, μέσα στα αρώματα, ήσουν εσύ (αιώνες), στις στράτες εσύ, στις εποχές εσύ, στα βιβλία εσύ, στα δειλινά και στις βαρυχειμωνιές εσύ. Μια ευλογημένη γυναίκα στον δρόμο …και στο τέλος μου.
Σε φιλώ
Χ.»
9 ΜΑΡΤΙΟΥ, 2020
Την ιστορία από την αρχή της ως και Το Γράμμα που ξεχώρισα,
όπως ακριβώς την έγραψε ο Χριστόφορος Τριάντης και τη δημοσίευσε στο APODYOPTES, μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο που παραθέτω πιο κάτω:
πάντα ευωδιάζει έρωτα βασιλική μου αγάπη! Μάρτης ήταν που στέγασε της Άνοιξης τα χελιδόνια, εννιά αστέρια, εννιά φιλιά, ζεστή φωλιά στην παγωνιά. Χαράς λουλούδια άνθισαν πάνω στης πίκρας τα κλαδιά, τα λόγια τα ζωγραφιστά μελίρρυτα, ποιητικά άγγιγμα θείο στην καρδιά! Χαμήλωσε ο ουρανός κι έλαμψαν άστρα μυθικά, έσβησε ο κόσμος στη στιγμή! Γύρω αγγελούδια ολόλευκα, η πλάση έψαλλε ωσαννά στο ιερό πρώτο φιλί!