χάνεται στον ορίζοντα κι οράματα υφαίνει. Σαν ύμνος αναστάσιμος σε περιμένει να 'ρθεις, η μελωδία της πλησμονής! Ήχος προγονικός, παρθένας γης, ανέσπερο κι εσπερινό, φως ιλαρόν, κοντσέρτο του έβδομου ουρανού, στα πλάτη των αιώνων ν' ακουστείς! Στο ερημικό ξωκλήσι τάζω εικόνα αχειροποίητη, Εσέ, των ιερών ιδανικών και κέντημα των άστρων. Η λιτανεία δοξαστική, γονυπετών προσκυνητών των πόθων των γαλάζιων. Η λειτουργιά δεσποτική κι από αγγέλων χείλη, η ψαλμωδία χερουβική. Έλα σε δείπνο μυστικό ν' αναγαλλιάσει η φύση. Να ψιχαλίζει άρωμα, της Παναγιάς οι κρίνοι μύρο γλυκό να μας ραντίζουν, την ακριβή μας μέθεξη ν' αγιάζουν, να εξαγνίζουν! Στα κάστρα τ' αξημέρωτα της άγιας άνασσας Σιωπής, στο παραθύρι μένει, τον ρήγα, τ'αρχοντόπουλο, τον Ήλιο ν' ανημένει. Θεριό το πάθος μαίνεται, με χάδια το μερεύει, μ' ένα κεράκι αυτούμενο το όνειρο γυρεύει. -Ήλιε μου, λάμψε, ανάτειλε, η Προσμονή να δύσει, το Κάλλος σου, η ανατολή, ελπίδες να γεννήσει!!!! ~ ~ V.K ~ ~ Voula Kapiri
Κάθε αύριο που περνάει και μου λείπεις πιο πολύ! Συνήθισα πια στην απουσία σου, ψέματα δεν θα πω, η μοναξιά μου έχει κάτι από σένα, μα πάλι είναι τόσο λίγο! Ακαθόριστη μορφή εσύ, σε συσκευασία δώρου που ακόμα δεν κατάφερα ν' ανοίξω, δεν τόλμησα ποτέ να αγγίξω, σαν απαγορευμένο του Παράδεισου καρπό, πολύτιμο σε φύλαξα σαν θησαυρό! Ίσως όμως καλύτερα που την αλήθεια σου δεν γνώρισα ποτέ, το άρωμα, τη γεύση σου, το χρώμα της φωνής σου, όσα σε κάνουν να εκλεκτό! Ξέρεις, φοβάμαι μην κάποτε τα καταφέρω και η μαγεία σου χαθεί και πίστεψε με....δεν το θέλω! Σε έχω για όνειρο άπιαστο, ιδανικό, σαν της Ιθάκης τ' όνειρο! Μην γκρεμιστώ στα Τάρταρα από λάθος! Εδώ τα λάθη μα και τα σωστά πληρώνονται κάθε στιγμή τοις μετρητοίς, κάποτε και πολύ ακριβά! Άβυσσος του ανθρώπου η ψυχή, και το άδικο εστεμμένο βασιλεύει, στα ανήλιαγα παραμονεύει, μα στις πηγές του ουρανού που τρέχει αθάνατο νερό δεν έχει δρόμο να διαβεί. Να το θυμάσαι προσμονή μου σα βάλσαμο νερό πως σε διψώ, να ξέρεις πως αβάσταχτα σε λαχταρώ, όνειρο πλησμονής, στα απρόσμενα ανεκπλήρωτα σε καρτερώ, στα σταυροδρόμια της ζωής! Δεν έχω άλλο παρά να περιμένω να φανείς!!!
Και όπως λέει ο ποιητής Κ. Ουράνης... "Αν είναι να ρθει θε να ρθει, αλλιώς θα προσπεράσει"
**************
Της προσμονής σου τους ανθούς, νέκταρ θα τους ποτίσω και με αμβρόσια φιλιά, σεπτά θα προσκυνήσω!
**************
Κι αν η αλήθεια σου είναι ψέμα, άκου με.... και πάλι θα αγαπώ εσένα! Ελπίδα μου μ' ακούς; καμμιά αλήθεια, όσο μεγάλη δεν θα σε πάρει από μένα!
το δηλητηριασμένο Μήλο και οι εφτά γλυκύτατοι νάνοι! Του μοιάζει, μα δεν είναι! Μιλάμε για ένα άλλο παραμύθι εδώ, με Χιονάτες υπάρξεις, ναι, αμέτρητες αθώες ψυχές, κόρες του Μόνου Βασιλιά,
του Θεού που λοξοδρόμησαν μακριά Του, δίχως αληθινή χαρά, πίστη, ελπίδα. Παραπλανημένες από την αγκαλιά της προηγμένης τεχνολογίας χάθηκαν στο δάσος με τις νεράιδες και τα ξωτικά που τις αποκοίμισαν με δελεαστικά Μήλα, δώρα εκλεκτά. Και ξαφνικά ξυπνούν μέσα σε έναν εφιάλτη, σε ένα πανδαιμόνιο, σε μια χαώδη παράσταση τρόμου! Η φρίκη σε όλο της το μεγαλείο είναι πραγματικότητα, ουρλιαχτά πόνου ζωντανών εν ώρα μαρτυρίου, νεκρών που ασφυκτιούν σε σακκούλες, οι ηγέτες της Πίστης σιωπηλοί, επικρατεί σιγή ιχθύος, ο Φόβος καλά κρατεί! Σύγχρονοι Καίσαρες αποφασίζουν και διατάσσουν, Πραίτορες και Πόντιοι Πιλάτοι δίχως λαού φωνή μα με κατακραυγή, το αίμα των αθώων επάνω τους και στη γενιά τους, δήμιοι οι σύγχρονοι Ιούδες για τριάντα αργύρια επίορκοι, ο Ιπποκράτης και ο όρκος του μουτζουρωμένοι ασφυκτιούν κάτω από ένα ατιμωτικό μελανό Χ. Σήμερα με το νυστέρι χαράσσεται η ιστορία, κοσμοϊστορικές οι στιγμές σε όλη την υφήλιο! Ηχηρά απειλητικά μηνύματα... "μη εδώ, μη εκεί, ακίνητος, μην ανασαίνεις, μη μιλάς, μη γελάς, πες ναι, στο θάνατο που σου χαρίζουμε πες ναι, στη συμμορία των Νανοσατανιστών, πες ναι, σου κλέβουμε την ελευθερία, πες ναι, σου κλέβουμε τη φωνή, πες ναι, σου κλέβουμε τη ζωή, πες ναι, θα αφανίσουμε το ανθρώπινο είδος, θα κατακυριεύσουμε τη γη! Τα όπλα του θανάτου χαμογελαστά σε σημαδεύουν, χαμογέλα κι εσύ!
artist Amanda Clark Άπειροι οι νάνοι, αόρατοι, μπλε φωσφορίζοντα μάτια στο δάσος με τις σκιές, τα φαντάσματα, τις ηλεκτροφόρες μάσκες. Η σύγχρονη τεχνολογία ξελόγιασε μικρούς και μεγάλους, παρασυρμένοι από τον Όφι τον πονηρό έφαγαν το λαχταριστό Μήλο της αψηφώντας την αρχαία σοφή ρήση: "Φοβού τους Δαναούς και Δώρα Φέροντας" και τους παγίδευσε πριν κάνουν κιχ, πριν καταλάβουν από που τους ήρθε,
από ποιον και τι. Με νούμερα μετράνε τα θύματα, νόμιμα τα πρωτόκολλα του θανάτου, εκβιαστική ή καλοπληρωμένη η ανήθικη σιωπή, αμέτρητοι οι εγκληματίες κατά συρροήν και οι κατά συνείδησιν συνεργοί τους, ο ήλιος απαγορευμένος και η θάλασσα, αεροψεκασμοί, τεχνητοί ιοί. Οι τάχα σωτήρες με τη θανατερή λύση της συμφοράς που οι ίδιοι παρήγαγαν και εξαπέλυσαν σ' όλη τη γη, τα άπληστα ανθρωποειδή, λύκοι που καμμιά μερίδα λέοντος δεν τους αρκεί, σαν άβυσσος καταπίνουν τη ζωή, τη σφετερίζονται σα να τους ανήκει, λες και θα ζήσουν αιώνια αυτοί, αθάνατοι, θεοί! Φωτιά Θεέ μου και θειάφι, Σόδομα και Γόμορρα έγινε ο κόσμος σου στη γη. Κάψε τα σιχαμερά ερπετά, τα αρρωστημένα τέρατα, τους τάχα κυρίαρχους του κόσμου
που επιβουλεύονται τον θρόνο σου και ποτέ δεν θα τον πάρουν, που θα ήθελαν τη δύναμη σου και δεν ξέρουν τι τους περιμένει! Κάψε τα όλα, καθάρισε την πλάση σου από την πλάνη! Ο άρχοντας του Σκότους, πάντα πολέμιος, εποφθαλμιεί τη θέση τη Βασιλική που σου ανήκει! Με λυσσαλέο μένος μηχανεύεται μεθόδους να πάρει στην κόλαση αθώες ψυχές, με την αιμορραγούσα αλήθεια επιμελώς καλυμμένη ώστε να μην φανερωθούν τα αποτρόπαια,
εγκληματικά και ανόσια σχέδια του! Μην επιτρέψεις άλλο να παίρνει αθώες ψυχές, φωτιά και στάχτη αυτός και οι ακόλουθοι του! Κύριε των Δυνάμεων, Συ Παντοκράτωρ, η Πηγή της ζωής και η Μόνη Αλήθεια, το Φως το Αέναο, ελέησον τους πιστούς εις Σε, ότι όλοι αμαρτωλοί είμαστε ενώπιον σου και με την γνώση της αμαρτίας μας εκλιπαρούμε το έλεος σου! Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν
αργείς, μην και ξεχάστηκες και πως να ξημερώσει, χωρίς τα ανθάκια τα λευκά, ελπίδας τη χαρά! Η χειμωνιά εδώ της ντροπής, χειρότερη δεν είδα, κι εσύ δεν θέλεις να φανείς, να γελαστούνε πίσω σου κόκκινες παπαρούνες, οι πασχαλιές, η Άνοιξη μ' όλες τις ευωδιές! Αμυγδαλίτσα αγάπη μου άνθισε να χαρείς, πρόκαμε ομορφιά μου εσύ πριν σε προφτάσουν άλλοι, φέρε το μήνυμα στη γη, κύκλος κι αλλάζουν οι καιροί!
Όπως το πούσι έπεφτε η σιωπή! Μια παράσταση ακόμα βροχερή στου παραλόγου τη σκηνή. Το φάντασμα της όπερας για κείνη τραγουδούσε, μ' όλη του την ασχήμια της δινόταν κι αυτή χειροκροτούσε, ανύποπτη το τάιζε, το ελεούσε. Εκείνος που εμπιστεύτηκε τρελά, που άφησε να δει μες στην ψυχή της τα πιο κρυφά της μυστικά, την έσερνε στα νοσηρά του έρωτα του δίχτυα και τάχα άδολα την πίκραινε συχνά, έπινε κάθε μέρα τη ζωή της. Σαν το βαμπίρ, το χαμογέλιο της απομυζούσε και την τραβούσε σε σκοτάδια φοβερά, σε βάθη ανήλιαγα που εκείνη τα μισούσε. Στιγμές μοναχικές αποζητούσε ηλιαχτίδες να πιαστεί, μα ήταν για λίγο! Το φάντασμα του έρωτα, μην ξεχαστεί, απ' το γλυκό του αψέντι την κερνούσε, την έπιανε απ' το χέρι και τη χόρευε τανγκό, τα βήματα της οδηγούσε στα δικά του, στο θλιβερό του το σκοπό. Απέφευγε από χρόνια ήχους της χαράς που είναι στην ψυχή δροσιά, τα τιτιβίσματα πουλιών, του ήλιου το φως, τη ζεστασιά, της φύσης τα αγγίγματα αγνοούσε, τη μουσική της, τη γαλήνη, πόσα της είχαν φύγει από τα χέρια πόσα είχε αλήθεια στερηθεί! Έφταιγε ο έρωτας που είχε ονειρευτεί και διακαώς επιζητούσε, η φαντασία της που την ιδανική μορφή του ατέχνως κυνηγούσε κι αρνιόταν τόσα εκουσίως, εθελοτυφλούσε, την ευτυχία γύρευε σε πλάνες διαδρομές! Δεν ήξερε τι έχανε και αφηνόταν στο σαράκι η τρελή, δεν άνοιγε τα χείλη εκστατικά στης άνοιξης την ομορφιά, φθινόπωρα μετρούσε μοναχά και πάλι απ' την αρχή χειμώνες, παγωνιά! Το φάντασμα για κείνη τραγουδούσε της θλίψης άριες, δάκρυα άλλη μια, στο βούρκο του βυθίζονταν, χανόταν, πως πονούσε! Αυτή έφταιγε, το είχε επιτρέψει, ίσως και άθελα της το είχε προκαλέσει, μα ως εδώ, δεν πάει άλλο, φτάνει! Στο διαπασών το Requiem της κάνει, ξέσκισε από πάνω της των αμνών τη σιωπή! Συντρίμμια θλιβερά πίσω της, βδελυρές μάσκες, πεθαμένα αισθήματα, τριαντάφυλλα νεκρά! Μάζεψε τα κομμάτια της, άνοιξε τα φτερά της και στράφηκε στη λάμψη! Κακό ήταν όνειρο μα πέρασε πια, πάει! Ξημέρωσε και άνοιξε διάπλατα το τζάμι στον καθαρό αέρα, στη νέα μέρα! Γλάρος και πέταξε, ανάσανε η ψυχή, της χαμογέλασε που ακόμα την περίμενε εκεί, πολύχρωμη και ζωηρή, πόσο ωραία η ζωή!!!
το λανσάρουν επιδεικτικά, δίχως καμμιά αναστολή! Το κόστος ανεκδιήγητο, μα η μόδα το επιβάλει, η νέα τάξη πραγμάτων, οι κυρίαρχοι μοντελίστ, φρικτό look για τη νέα εποχή τα Μοντέρνα σχέδια! Πατροναρισμένο σε νέα μέτρα, προηγμένης τεχνολογίας οι συνθέσεις! Ακολουθία μαθηματική, μετά την εκπόρνευση ηθών και αξιών, την εκποίηση αισθημάτων, συναισθημάτων,
την εγκληματικότητα να μεγαλουργεί, αναμενόμενα τα νέα σχέδια, ξεπέρασαν μάλιστα κάθε προσδοκία! "Ανακύκλωση του είδους και αναδόμηση σε νέα έκδοση" το σλόγκαν της τεχνοκρατίας! -Χαμογελάστε παρακαλώ, οι κάμερες επάνω σας, τέλειο το μοντελάκι μας, πάει και με την μάσκα σας, ραμμένο για τη γούνα σας! Προβλέπεται να φορεθεί πολύ, η εξελιγμένη πατέντα μας προσφορά στην ανθρωπότητα! Περάστε κι από δω, να ενεργοποιήσουμε τον κωδικό σας! Είναι για την προνομιούχα κάρτα σας, οι ιδιαίτερες παροχές μας, πέρα από κάθε φαντασία, δεν συγκρίνονται! Μη συνωστίζεστε, με τη σειρά σας παρακαλώ, ο ένας πίσω απ' τον άλλο, δυο μέτρα μακριά, κρατάτε τις αποστάσεις, όλοι θα πάρετε! Κοιμηθείτε ήσυχοι τον ύπνο του δικαίου σύντομα θα έρθει η στιγμή, θα αναζητάτε τον άνθρωπο στα απολεσθέντα είδη, φωνή βοώντος εν τη ερήμω κι απόκριση καμμιά! Στη Γη, η πλασματική γενιά!
Χρώματα, μοσχοβολιές, μνήμης αρώματα! Περιμέναμε να γυρίσει η μάνα μας πως και πως!
Είχε κατέβει στο χωριό τέλη Νοέμβρη για το λιομάζωμα. Οι γονείς της είχαν πια μεγαλώσει, μόνοι είχαν απομείνει στο χωριό και θέλανε βοήθεια. Τα τέσσερα από τα εφτά παιδιά τους ξενιτεμένα στην Αυστραλία, τα άλλα στην Αθήνα.
Τα καλοκαίρια περνάγαμε αρκετές μέρες κοντά τους και τους δίναμε μεγάλη χαρά, μα κι εμείς, μικρά παιδιά, χαιρόμαστε κάθε στιγμή μαζί τους, όσα γευόμαστε από την απλοϊκή χωριάτικη ζωή τους.
Σαν να τους βλέπω τώρα μπρος μου, μα ναι, τους έχω πάντα εδώ, όμορφοι στα μάτια της ψυχής, αγαπημένοι.
Ο παππούς με το πλούσιο μπαμπακένιο μαλλί και το μουστάκι, της πέτρας άξιος δουλευτής, αγνή ψυχή με μάτια χαμογελαστά που έσταζαν μέλι, άγιος άνθρωπος που για την καλοσύνη του ο παππάς του έλεγε: "Γιώργη φάε κρέας και έλα να σε κοινωνήσω". Με το σταυρό στο χέρι και το τραγούδι στα χείλη, τις ιστορίες από τη Μικρά Ασία που είχε πολεμήσει και τα "ντούρνερα" του, το ασβεστωμένο πηγάδι έξω από το σπίτι που ο ίδιος είχε ανοίξει και χτίσει όπως και σε όλο το χωριό. Τη Βίγλα που πριν καλά να φέξει τη μέρα ο Θεός, έπινε εκεί το καφεδάκι του με το μισό κομμένο τσιγαράκι
(όλα με μέτρο) κι αγνάντευε από μακριά το περιβόλι του, τις καλοδουλεμένες του ελιές όπου κι η στέρνα με τα νερόφιδα, παιδιά του που είχε με τα χέρια του αναστήσει και τα καμάρωνε λίγο πριν πάει να τα βρει, να γίνει ένα μαζί τους. Η γιαγιά μου η Ντίνα, Κωστούλα την έλεγε ο παππούς, μα στο χωριό τη φώναζαν Γιώργαινα, με τη μπόλια της να καλύπτει τα ασημένια της μαλλιά που είχε πάντα περιποιημένα, μέχρι τη μέση της μακριά, πλεξούδες και σε κότσο μαζεμένα. Μάνα με μεγάλη αγκαλιά που κάτω από την καρό πόδια της έκρυβε των κοριτσιών της τα μυστικά κι έτσι συμβούλευε τις κόρες της να κάνουν. Νοικοκυρά από τις λίγες και στις αγροτικές δουλειές και στο σπίτι. Θυμόταν η μάνα μου τις τέλειες μπουκιές της, τα ζυμαρικά που έφτιαχνε επιδέξια με τα δάχτυλα και τις πλακοτηγανίτες της που έψηνε πάνω στην αξίνα που είχε κάψει στη φωτιά, πασπαλισμένες με μπόλικη τριμμένη μυζήθρα, το στιφάδο της μέσα σε πήλινο σκεύος που σφράγιζε γύρω-γύρω με ζυμάρι. Αξέχαστες όμως και για μας, σαν παιδικό παιχνίδι οι μπαλίτσες με το ψωμοτύρι που έφτιαχνε στην καθαρή της πόδια (μπουζιάνα το λέγανε) και μας τάιζε τα απογεύματα κοντά στα παραμύθια της, γιαγιά της καρδιάς! Ήθελαν βοήθεια ο παππούς και η γιαγιά να μαζέψουν τις ελιές που ήταν πολλές, να βγάλουν το λάδι της χρονιάς που μοιράζονταν μαζί μας, μην πέσουν κιόλας και χτυπήσουν από τα δέντρα. Από τα μικράτα τους τα χρόνια είχε μάθει τα παιδιά του ο παππούς σε όλες τις δουλειές, έτσι έπρεπε για να ζήσουν οι άνθρωποι τότε, φτώχεια και πολλά παιδιά, πόλεμοι, κατοχή, άλλος στα πρόβατα, άλλος ξενοδούλευε, "καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή" τους έλεγε.
Κάποτε η μάνα μου μέσα στις διηγήσεις της μου είπε: -Μιά φορά θυμάμαι τον πατέρα μου που είχε γυρίσει απ' τον πόλεμο και ήθελε να μαζέψει ελιές.
Εμείς τα δίδυμα μαζί του, θα είμαστε τριών ή τεσσάρων χρονών. Έβγανε τις αρβύλες του και ανέβαινε στα δέντρα για να μην γλιστράει και μας έδινε από μια στο καθένα κι έλεγε: " να, πάρτε από μία να τη γεμίσετε με ελιές και το βράδυ θα σας φτιάξω καψάλες", έψηνε φέτες ψωμί στη φωτιά κι έριχνε απάνω λάδι κι ήτανε πια η χαρά μας, να τρώμε τέτοια λιχουδιά! Έφευγε λοιπόν η μάνα κάμποσες μέρες δέκα, δεκαπέντε και παλεύαμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς εκείνη! Ο πατέρας έκανε ότι μπορούσε, δουλειά και σπίτι και παιδιά κι εγώ όπως πάντα η μεγαλύτερη, έκανα ότι μπορούσα για το σπίτι και τα παιδιά. Τρώγαμε λιτά, εύκολα φαγιά, ρυζάκι με λάδι και λεμόνι, χυλοπίτες της γιαγιάς, βραστό κατσικάκι, αυγά, ότι εύκολο ξέραμε. Εννιά χρονών θυμάμαι ήμουνα, το πιο μικρό στα τέσσερα, εύκολο δεν ήταν για παιδί να έχει στο νου του τρία μικρότερα. Κι ερχόταν η ευλογημένη εκείνη μέρα που επιτέλους γύριζε η μαμά. Πήγαινε στο σταθμό των τρένων και την έφερνε στο σπίτι ο πατέρας. Τόσο φως, μέρα ξεχωριστή, σαν να ξημέρωνε επιτέλους μετά από νύχτες! Το σπίτι μοσχοβόλαγε αγάπη και χαρά. Το φωτεινό χαμόγελο της έφτανε να ζεστάνει τις παγωμένες στιγμές της απουσίας της και οι μυρωδιές που έφερνε μαζί της πλημμύριζαν στο μικρό μας σπίτι, τρύπωναν σαν φλογίτσες στην ψυχή αγαπημένες, λατρευτές. Τα μαλλιά της, η αγκαλιά της μύριζαν ακόμα καμένο ξύλο από το τζάκι. Τους έβλεπα να κάθονται στα κούτσουρα που είχε φτιάξει για σκαμνάκια ο παππούς, γύρω από τη φωτιά μετά την κούραση της μέρας. Να τρώνε, κάνοντας το σταυρό τους πρώτα, στο σοφρά, ο παππούς να σταυρώνει όπως συνήθιζε πριν κόψει το καρβέλι το ψωμί, το φανάρι απέναντι να κρέμεται ψηλά με λίγο τυρί, μυζήθρα, ψωμί, πιο μέσα το πυθάρι με τις ελιές, το κιούπι με το μοναδικό παστό του παππού, τη σαρώστρα σε μία άκρη για το λείο χωμάτινο πάτωμα που έβρεχε η γιαγιά το καλοκαίρι και τη λάμπα πετρελαίου να αχνοφέγγει στον ένα τοίχο, το καντηλάκι απέναντι, κάτω από τα εικονίσματα. Τα περίτεχνα υφαντά από τον αργαλειό της γιαγιάς να στολίζουν το ζεστό πλινθόκτιστο σπιτάκι με τα ξύλινα δοκάρια στο ταβάνι. Στρωμένες κάτω οι κουρελούδες της και στο μεταλλικό μοναδικό ντιβάνι, οι υφαντές μάλλινες κουβέρτες όπως και στο πάνω μέρος του σπιτιού, κατάχαμα όμως στις σανίδες, πάνω σε αρκετά στρωσίδια στρωματσάδα, να ξεκουράσουν με τη θαλπωρή τους σώμα και ψυχή. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους η πιο μεγάλη τους περιουσία! Κοντά στο λάδι, ο παππούς κι η γιαγιά μας έστελναν κι όλα τα καλά του Θεού Μυτζήθρες βουτυράτες από τα κατσικάκια τους, σφέλα, τυρί ιδιαίτερο και πολύ γευστικό, λουκάνικα και παστό με τη μαστοριά του παππού... μερίδες χοιρινό καπνιστό πάνω από αρωματικά κλαδιά, μαγειρεμένο με πορτοκάλι και θρούμπι μέσα σε λιωμένο λίπος και λάδι. Χυλοπίτες ψιλοκομμένες και τραχανάς της γιαγιάς. Σε τσουβαλάκι οι ελιές Καλαμών που απ' την ίδια κιόλας μέρα θα χαράκωνε και θα τις περιποιόταν η μαμά, μέρα τη μέρα ως να γίνουν τελικά ξυδάτες με ρίγανη στο λάδι και οι μικρές λαδολιές που μου άρεσαν πολύ, σαν μικρές λιχουδιές! Τα πιο ωραία όμως ήταν στο ντορβά με τις μοσχοβολιές! Καλούδια από τη γιαγιά, για μένα ανεκτίμητα δώρα αγάπης που τα χαιρόμαστε ως τα Χριστούγεννα και παραπέρα. Καρβέλια ψωμί αληθινό, γήινο, ζυμωτό με τη μυρωδιά του ξυλόφουρνου, ελάχιστα ξινό απ' το προζύμι μα τόσο γλυκό από τη γιαγιά, λαλάγγια χωριάτικα, παραδοσιακά κι αυτά τα καταπληκτικά Λαδοκούλουρα της, τα πιο ωραία κουλουράκια του κόσμου, κομμένα σαν μικρά φραντζολάκια, μοσχομυριστά, με προζύμι, πορτοκαλόφλουδα και δάφνονερο στον ξυλόφουρνο. Αυτά ειδικά τα περιμένα με τόση λαχτάρα! Ακόμα και τώρα νιώθω τη γεύση και το άρωμά τους, μοσχοβολάνε αγάπη από τα ευλογημένα, τα αραχνοΰφαντα χεράκια της γιαγιούλας μου που ήξεραν να φτιάχνουν τόσα! Πριν από αρκετά χρόνια που άρχισα να ασχολούμαι με το προζύμι, προσπάθησα να αποκωδικοποιήσω τη συνταγή της μόνο με τις μνήμες μου, η γιαγιά είχε φύγει πριν τελειώσω το δημοτικό, συνταγή δεν υπήρχε, μα υπήρχε κάθε άρωμα της μέσα μου ώσπου σχεδόν τα κατάφερα. Έλειπαν όμως τα πιο σπουδαία συστατικά, η μυρωδιά του ξυλόφουρνου της γιαγιάς και το κυριότερο, έλειπε και πάντα θα λείπει η ζεστασιά από το χέρι της, την ψυχή της γιαγιάς! Η μαμά όμως έφερνε πάντα και μία μεγάλη αγκαλιά ευωδιαστή σμυρτιά. Μέρες Χριστουγέννων το σπίτι μοσχοβολούσε μελομακάρονα, κουραμπιέδες και σμυρτιά. Πράσινη, τρυφερή, στόλιζε πάντα τις γιορτές μας κι αλήθεια κράταγε ως και μετά των Φώτων. Περνούσε το χέρι της ανάμεσα στα λεπτά φυλλαράκια η μαμά, αναδεύεται το άρωμά τους και χαμογελούσα, σα να 'βλεπε τη μάνα της, το πατρικό της, τα χώματα που γεννήθηκε και αγαπούσε! ~ ~ V. K.~ ~ Voula Kapiri 23/ 12/ 2020
με χαρτάκι στην τσέπη, ή sms στο κινητό ελέγχουν τη ζωή σου, που θα πας και γιατί, τι θα κάνεις, πως, με ποιον και πότε. Αν το εγκρίνουν αυτοί, ναι, αλλιώς όχι ή το πληρώνεις ακριβά!
Απαγορεύεται να περπατάς, να μιλάς, να σκέφτεσαι. Τόσο ηλίθιο, καθυστερημένο σε θωρούν! Ποιο σύνταγμα, ποιο δικαίωμα ελευθερίας του ανθρώπου; Καταλύουν τα πάντα με απίστευτο θράσος! Τα πάντα υπό το κράτος του κράτους
με μόνο το δικαίωμα του κραταιού, του κράτους
που του έδωσες εσύ το δικαίωμα να σε προστατεύει,
σε καταδυναστεύει! Και λες πως χάσαμε τα λογικά μας, μας πλασάρουν παραμύθια και περιμένουν να τα καταπιούμε αμάσητα. Θα σταματήσουμε να νιώθουμε; θα τους χαριστούμε; Πάνε τα αισθήματα και τα συναισθήματα μας, πάει η ελεύθερη βούληση; πάει η ζωή μας; Μουτσούνες όλοι, μόνο τα μάτια και οι κινήσεις του σώματος
κι άμα σ' αναγνωρίσουν. Στρατιωτάκια ακίνητα, αμίλητα, αγέλαστα,
μονάδες προγραμματισμένες, δίχως διαφορετικότητα, όλοι ίδιοι! Τι έμπνευση λοιπόν αυτή η παγκοσμιοποίηση! Τολμήστε να μιλήσετε, τολμήστε να αντιταχθείτε! Με ποιο σθένος; του καναπέ και του φραπέ;
Κάποτε οι άνθρωποι είχαν ψυχή, τώρα τα κινητά και τα ηλεκτρονικά, όλα πάνε ρολόι,
όπως το θέλουν αυτοί που μας ορίζουν τη ζωή!! "Κινδυνεύεις" σου λένε, από ποιον και από τι όμως! Δεν συμφέρει να ξέρεις την αλήθεια, τα σχέδια τους, τα στημένα παιχνίδια τους! Ο ιός σου λένε, ένα θηρίο,
ένα τέρας που σε θέλει ενεργό για να ζήσει, να σου πιεί το αίμα, τον αέρα σου, γι' αυτό εμείς θα φροντίσουμε
να σε απενεργοποιήσουμε! Για το καλό σου,
εμείς αποφασίζουμε και διατάσσουμε,
ειδικά μέτρα, Lockdown!!! Τώρα πόσο θα πάρει; εξαρτάται!
Μέχρι να σε ακινητοποιήσουμε για τα καλά, να χάσεις τον αέρα σου, τους φίλους σου, τους αγαπημένους σου, τα παιδιά και τους γονείς σου, τη μόρφωση σου, τη δουλειά σου, το ψωμί σου, να χάσεις την όρεξη για ζωή, την πίστη, τα ιδανικά σου, τη θρησκεία και τα πιστεύω σου,
τα όνειρα και τις επιθυμίες σου, τη ζωντάνια σου, τα νεύρα σου να πάθουν,
να χαπακώνεσαι για να αντέχεις, να χάσεις τη μέρα και τη νύχτα σου!
Ώσπου σε φτάσουν να είσαι ένα τίποτα, ώσπου σε φέρουν στο αμήν,
δίχως ανοσοποιητικό, δίχως άμυνες!
Έτσι σε θέλουν!
Επιτέλους, θα είσαι το τέλειο άβουλο ζώο,
θα κάνεις ότι σου πουν,
με έλεγχο, φόβο, τρομοκρατία,
υποταγή και παράδοση στην εξουσία
δίχως καμία αντίδραση, αντίσταση, ότι ακριβώς έχουν προγραμματίσει
για το μέλλον της ανθρωπότητας,
με το DNA που επιθυμούν!
Δίχως ΕΓΩ, δίχως ΕΣΥ,
όλοι μονάδες πανομοιότυπες στη μάζα! Ε, λοιπόν, ΟΧΙ!
ΟΧΙ έρμαια στα σκοτεινά παιχνίδια σας!
Δεν θα σας κάνουμε τη χάρη! Καμία παρέμβαση στη ζωή μου,
στο σώμα μου για κανέναν ιό!
Κανείς δεν θα μας υποχρεώσει
να δεχτούμε τις επιθυμίες του χωρίς τη θέληση μας,
αντιδεοντολογικό, ανήθικο
και επιτέλους σε πολιτεία με νόμους και σύνταγμα ζούμε,
αντισυνταγματικό! Ακόμα και στη ζούγκλα τα ζώα αναγνωρίζουν
και σέβονται τους νόμους της φύσης! Από παλιά όμως ως και σήμερα
υπάρχουν ανθρωπόμορφα τέρατα
που ξεπερνάνε σε θηριωδία ακόμα και τα κτήνη, αιμοβόρα αρπακτικά! Ο κάθε άνθρωπος είναι δημιούργημα μοναδικό, χωρίς όμοιο του πάνω στη γη. Μόνο ο Θεός μπορεί να ορίσει τη ζωή μας
και κανείς άλλος, ούτε κι ο διάβολος
που πολύ θα ήθελε να πάρει τη θέση του, αλλά κι αυτός πλάσμα του Θεού είναι, άρα πολύ μικρός για να διαχειριστεί τα έργα του! Κανείς δεν μπορεί να επιβάλει κάτι στο σώμα μας
χωρίς τη θέληση μας, ίδιον του βιασμού! Ε, ΟΧΙ! Δεν θα βιάσετε το σώμα και την ψυχή μας
και με τη συγκατάθεση μας κιόλας! Κι όσο εσείς για εμάς θα σχεδιάζετε, τόσο εμείς λιποτάκτες της ελεεινής τάξης σας θα καλπάζουμε μακριά
από του παραλογισμού σας τη θανατική καταδίκη, με της ζωής μας τα άλογα σε ζωντανά λιβάδια, θα οργώνουμε θάλασσες, σύννεφα θ' αρμενίζουμε
στου ουρανού τον απέραντο κάμπο!
Ψυχές ελεύθερες, αυτό αρκεί! Μη ματαιοπονείτε!
Τη σκιά της ψυχής μας,
στα στρατόπεδα που οραματίζεστε, πίσω από τα σαθρά σας κάγκελα,
ΔΕΝ θα τη δείτε! Σας το υπογράφουμε με το ίδιο το αίμα των αθώων
θαρρώ το άργησα πολύ, να δραπετεύει η σιωπή. Ένα παράθυρο στ' αστέρια, με γλάρους, άσπρα περιστέρια και τ' ασημένιο το φεγγάρι στη θάλασσας την αγκαλιά να αντιφεγγίζει όλη τη χάρη, μια βάρκα στ' ουρανού τα μέτρα να βγαίνει σ' ανοιχτά πελάγη και να 'χει πρίμα την αγάπη!