Σήμερα ντύνεται με χρώματα βροχής.
Γκρίζο εδώ, πιο σκούρο εκεί
σημάδια φτιάχνει της γιορτής,
προετοιμάζει τις στιγμές της επαφής!
Πόθος του τα έγκατα της Γης.
Πως λαχταρά στην αγκαλιά της να χαθεί!
Σκίζουν τα πλάτη τ' Ουρανού οι κραυγές του,
της στέλνει μήνυμα
πως δεν αντέχει άλλο μακριά της.
Τρέμει, τρελαίνεται να την αγγίξει!
Στέλνει τον άνεμο να την χαϊδέψει,
στις φυλλωσιές των δέντρων να μπλεχτεί,
με το τραγούδι του
"περίμενε τον" να της ψιθυρίσει.
Σκύβει μετά ο Ουρανός στη Γη,
με αγάπη την κοιτάζει,
βαριανασαίνει πάνω της,
γλυκά την αγκαλιάζει.
Το πάθος του κάνει βροχή
κι αρχίζει να δακρύζει,
ξέφρενα συναισθήματα
τη Γη του πλημμυρίζει.
Ο έρωτας του χύνεται
ποτάμια στην καρδιά της,
το δώρο του είναι βάλσαμο,
δροσιά στα σωθικά της.
Θολά τα μάτια στο ρυθμό της μουσικής,
χορεύουνε τρελά οι αισθήσεις
ώσπου η βροχή να ξεψυχίσει!
Της ένωσης τους το άρωμα,
η άχνα πως μοσχοβολάει!
Μερέψαν τα στοιχειά της Γης,
με αγάπη ντύθηκε η πλάση
και γελάει!!!
Την αναπότρεπτη γιορτή της φύσης
με ψυχές παρθένες ας γευτούμε,
ιερουργοί και μύστες,
γλυκό πιοτί τη μελωδία της
ας μοιραστούμε!!!
Τι φλύαρη του ανέμου η φωνή,
άκου τη πως μιλάει
και πόσα λέει στα φύλλα, στα πουλιά,
πως τα χαϊδολογάει,
μια αγριεμένα, μια γλυκά!
Μιλάει και με τον άνθρωπο
και κάποτε φιλιώνει
και του μαθαίνει τα σπουδαία της μυστικά!
Τον άνθρωπο,
που αδερφώνει με τη φύση στη σιωπή,
που αν την αρνείται όσο ζει ή την αγνοεί,
θα έρθει η στιγμή,
στις ρίζες του έλατου,
του πεύκου ή του κυπαρισσιού
να θέλει να αναπαυτεί,
το σώμα του τη φύση θα ζητάει,
να γίνει ένα με το χώμα!
Κι ούτε που του περνάει
από το νου όσο ζει,
πως είναι ένα ωραίο κομμάτι γη!
Μια ανάσα αέρα δροσερή
έξω απ' την πόλη,
στα βουνά, στα δάση
φτάνει να γαληνέψεις,
ν' αφουγκραστείς τους ήχους στη σιωπή
απ' την αληθινή, την άγρια ζωή,
ν' ακούσεις της ύπαρξης σου τη φωνή!
Στη μοναξιά, κάτω απ' τον ίδιο ουρανό
θα νιώσεις τη συνύπαρξη σου αρμονικά
με τόση γύρω ομορφιά,
πως έχεις αξία μοναδική,
μα πάλι στο όλον, τόσο λίγη και μικρή!
Ο ήλιος, ο αέρας, το νερό,
τ' αστέρια, το φεγγάρι,
η γη, το χιόνι, η βροχή,
δίνουν το χρώμα τους στο χρόνο,
στις στιγμές σου, στη ζωή!
Η γέννηση και η φθορά
για ότι αναπνέει, ότι ζει,
ο κύκλος κλείνει με την επιστροφή!
Δίχως προσθήκες, μάσκες,
πλούσιοι ή φτωχοί,
όλοι έρχονται και φεύγουνε γυμνοί,
τι μένει πίσω τους;
μια εικόνα, μια ανάμνηση,
μια ιστορία στα χείλη της γενιάς τους,
γλυκιά ή πικρή!
Το χώμα που απεχθάνονται πολλοί,
η τελευταία αγκαλιά
που όλους ίδια θα δεχτεί.
Τη μυρωδιά λατρεύω της βροχής,
τη λαχταρώ,
βρεγμένη η γη μοσχοβολάει ουρανό!
Θυμάμαι κάποιος μου 'χε πει:
"μην τη γυρεύεις τέτοια μυρωδιά,
το χώμα, θάνατο στη σκέψη φέρνει!"
Μόνο μακάβρια όμως μέσα μου δεν δένει,
μοσχοβολάει ζωή, με ξετρελαίνει!
Έρωτας, της βροχής η μουσική,
οι νότες που χαϊδεύουν
το πεντάγραμμο της γης,
ο ήχος των χρωμάτων της
με απορροφά, με ξεσηκώνει!
Λίγες στιγμές στην ευτυχία της αυταπάτης
πως το νερό, όπως το δρόμο
και τον κόσμο καθαρίζει
κι όλα σε λίγο θα ναι αλλιώς,
μ' ένα ουράνιο τόξο φως!
Λάμπουν τα φύλλα όπως τα λούζει η βροχή,
χορεύουν ντάμες στου βοριά το χέρι,
στάλα τη στάλα ζωντανεύει κάθε τι,
τόση ομορφιά σε εξιτάρει, σε μαγεύει!
Το δάκρυ τ' ουρανού πως συγκινεί,
δυο λόγια να σου ψιθυρίσει αρκεί
η νοσταλγία να σ' αγκαλιάσει,
να απαγκιάσει στην ψυχή
μελαγχολία ψιχαλιστή,
έχει τη γλύκα της κι αυτή!
Πλημμύρα το συναίσθημα
κι αφήνεσαι στο άρωμα της γης,
άνεμος, χώμα και βροχή,
κι εσύ, δυο χέρια ανοιχτά,
μεθάς μες στο ντελίριο της φύσης!
περίμενα πως θα φανείς,
πως θα γυρίσεις να με βρεις,
μα ακόμα όχι, δεν ήρθες!
Χαϊδεύω την ασπρόμαυρη
φωτογραφία σου την παλιά,
ο χρόνος την εικόνα σου ξεθωριάζει,
μόνο μες στην ψυχή μου έμεινε ίδια,
σαν να μην πέρασε μια μέρα, δεν αλλάζει!
Κι όλο ρωτάω τα τρένα μη και σ' είδαν,
κείνο το κίτρινο φανάρι στη γωνία
και τα μοναχικά παγκάκια στην πλατεία,
πονετικές βροχής ψιχάλες,
κάτι ομπρέλες κόκκινες
που φύγαν με τα πλοία
και κάτι αστέρια ξέμπαρκα
που κύλησαν στις ράγες!
Τ' άστεγα βράδια σεργιανίζω στο σταθμό,
μιλάω μ' άλογα, φεγγάρια και πλανήτες
και τα χαράματα ιππότη σε ζητώ
ψηλά στα κάστρα με τους Δροσουλίτες.
Με ηλιοχαρά ποτίζω,
μη μου μαραθούν,
με ήβης δροσιά τις ρόδινες ελπίδες,
γλυκά να τραγουδάνε πως θα ξαναρθείς,
μα εσύ αγάπη μου αργείς....
πολύ αργείς!
Να θυμηθείς κάνω μια ευχή
και μια να σε φυλάει
και αν ξεδίψασες στης λήθης το νερό,
σου στέλνω με του Ζέφυρου το χάδι,
της αρνησιάς σου ξόρκι μαγικό...
φιλί που στάζει ζάχαρη και ρόδι,
κανέλα, χτυποκάρδι και μπαχάρι!
Της χελιδόνας κλέψε το φτερό,
να βρεις το δρόμο για το γυρισμό,
φόρα στεφάνι απ' του πελάου αφρό,
κοράλλι, δίχτυ, δάκρυ και σταυρό,
κύμα, το κύμα πάρε κι όλο γιαλό-γιαλό,
στο περιγιάλι θα 'μαι,
χρόνια σε καρτερώ!
Σου 'χω φυλάξει καλοκαίρια στην καρδιά,
της άνοιξης τις πασχαλιές,
ίριδες μπλε κι αμυγδαλιές,
χίλια φιλιά τριανταφυλλιά
να σου κεντήσω στα μαλλιά,
γιούλια, ζουμπούλια, γιασεμιά
σ' όποιο στρατί στη γειτονιά!
Πέτα, το βήμα σου γοργό
για το όνειρο μας τ' ακριβό,
σε παραμύθι αληθινό
να λάμψουν όλα στο χορό.
Φωτιά στα σύνορα της γης
στο πιο γλυκό μας το μαζί, μαζί ως το τέρμα της αγάπης
με αργεντίνικο tango!!!
Στον ήλιο άλλος ποιος δάκρυσε,
μάτωσε στο φεγγάρι,
η προσμονή χορτάριασε
καλέ μου στ' ακρογιάλι!!!
Η κάθε νύχτα μας μοναδική,
σαν τη στιγμή,
έχει το χρώμα της μέσα στο χρόνο
κι αν μοιάζει με τη χτεσινή
έχει άλλο τόνο, άλλο απόηχο, άλλη αυγή!
Κάθε μια νύχτα έχει τη σιωπή της,
κάθε σιωπή και τα δικά της,
τα λόγια της, τη γεύση, το άρωμα της!
Της πόλης η νυχτερινή σιωπή
μυρίζει κλιματιστικά,
καλώδια ηλεκτροφόρα,
κάψα και παγωνιά,
κραυγές βουβές,
καπνό τσιγάρου,
μοναξιά!
Κλείνεις τα μάτια ήσυχα,
κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου
εκεί που το άδικο πονάει σαδιστικά,
έτσι όπως κλείνεις και την πόρτα
μέσα απ' το ωραίο σου γυάλινο κελί,
στη φρίκη του πολέμου και της βίας,
του εξευτελισμού του ανθρώπου,
της εξαθλίωσης,
της πείνας και της δίψας,
αθώων παιδιών που τόσα υποφέρουν,
στα μάτια αυτά
που απ' τον τρόμο διάπλατα ανοιγμένα
όλο ρωτούν γιατί και περιμένουν,
όσων θαλασσοπνίγονται
για μια θέση στον ήλιο
και του θανάτου,
της ανίατης αρρώστιας,
της άδειας αγκαλιάς,
τόσων δεινών που μαίνονται εκεί έξω
την κάθε μέρα, κάθε ώρα και στιγμή,
"έλεος Κύριε, πρόστρεξε, να λες,
τόσες στον κόσμο οι πληγές"!
Πόσα καλά έχω στη ζωή μου
να σ' ευχαριστώ,
αλήθεια είναι τόσα πολλά
που δεν πειράζει
η νύχτα αυτή, μια νύχτα είναι,
θα περάσει!
Στ' άδειο κρεββάτι από λέξεις,
παίρνω αγκαλιά όμορφες σκέψεις
και απουσίες τρυφερές!
Κάπου απαντώνται οι ψυχές,
ονειροπόλες, σιωπηλές
βρίσκουν το δρόμο, αγγίζονται, μιλάνε
και ματωμένες απ' τ' αγκάθια
μες τις νυχτερινές σιωπές!!!
Στα πέτρινα γεφύρια να μας βρίσκει ο καιρός,
με τους παλιούς μας φίλους ν' ανταμώνουμε ξανά,
τα πράσινα ποτάμια, τις κρυστάλλινες πηγές,
τα δέντρα με τα κόκκινα, τα χρυσαφιά
και τα πουλιά ολόγυρα να τιτιβίζουν χαρωπά!
Κάτω απ' τη μαύρη πεύκη, τα έλατα και τις οξιές,
τις καρυδιές, τις καστανιές και τα πλατάνια,
τα πόδια να πατάνε μαλακά,
παχιά πολύχρωμα του φθινοπώρου τα χαλιά,
να έχουν στρωμένο το τραπέζι καταγής οι βελανιδιές
και τα ρυάκια πρόσχαρα να σε καλούν κελαρυστά!
Να φεύγει η ματιά σου στα βουνά,
με τα γεράκια, τους αετούς, τα διαβατάρικα πουλιά,
στις ρεματιές να ταξιδεύει, στα φαράγγια
να χάνεται στον ουρανό ψηλά!
Ν' ασημοψιχαλίζει η βροχή, διαμάντια πάνω στα κλαδιά,
να λάμπουν όλα ζωντανά και να μοσχομυρίζει η γη!
Και να το, εκεί που δεν το περιμένεις, το αφράτο χιόνι,
ν' αχνοπατάει δειλά δειλά και να το στρώνει!
Μεθυστικές οι νύφες του χιονιά
να εξαγνίζουν την ψυχή, την πλάση με τ' αθώα τους λευκά,
να υποκλίνεται του δάσους η καρδιά,
στη μουσική τους συναυλία να σιωπά
και να χεις την αγάπη σου κοντά,
εσύ κι εκείνη ένα με τη φύση,
μύστες ευλογημένοι στην απόλυτη ομορφιά!
Φθινόπωρο στην Πίνδο, Γρεβενά!!!
Μέσα στην Τέχνη βρίσκω τον εαυτό μου!
Στην Τέχνη του κάλλους ισορροπώ!
Στη μουσική, στην ποίηση, τη ζωγραφική,
το χορό, τη φωτογραφία, το θέατρο,
στην έκφραση της τέχνης σε κάθε μορφή!
Εκεί που γράφει με συναίσθημα η ψυχή!!
Όλα συνυφασμένα με τη φύση,
την τέλεια τέχνη της
με τις απίστευτες εικόνες, τις στιγμές,
τα χρώματα, τ' αρώματα, τη μουσική,
τους ήχους που μαγεύουν τις αισθήσεις!
Ερωτευμένη πάντα με το κάλλος,
την ομορφιά της τέχνης, της ψυχής!!!
Λικνίστηκε στου άνεμου το χέρι,
μια πιρουέτα ακόμα σ' ένα απίστευτο χορό
και μια υπόκλιση στου χρόνου το τεφτέρι!
Το κοίταζα να πέφτει, στη γη ν' αφήνεται απαλά,
πάνω στο κόκκινο χαλί....
Το άγγιξα με έρωτα, το είπα Άστεγο Φιλί!
Χάιδεψε την παλάμη μου η τελευταία του πνοή
κι αλήθεια πόνεσα πολύ,
το κόκκινο φύλλο ένιωσα να ξεψυχάει!
Μα ο κύκλος που οδηγεί από το τέλος στην αρχή,
μ' έφερε στης ψυχής μου το παρτέρι!
Κι αντίκρισα να ξεμυτίζουν δροσερά,
φύλλα κι ανθάκια τρυφερά σαν νεογέννητα μωρά,
τα γέλια τους τα παιδικά,
που το γλυκό τους άρωμα ζωή μοσχοβολάει!
Θα ρθουν ξανά με τη σειρά,
με τον καιρό θα γεννηθεί πάλι του έρωτα η χαρά!
Η φύση καλλιτεχνικά βάφει τα όνειρα χρυσά,
δίχως σπουδή, έτσι απλά ξέρει να κλέβει την καρδιά,
να μας κερνάει ομορφιά, στιγμές να μας μεθάει!
Και να, το τέλειο χέρι της......
κεντάει κόκκινο χαλί με φύλλα φθινοπωρινά,
σαν το δικό μου κόκκινο, το Άστεγο Φιλί!!!
Τσιμπολογούν το αμπέλι της ζωής,
γεύονται ώριμες στιγμές τα πρέπει!
Στου χρόνου την κληματαριά,
άγουρες, οι αξόδευτες
των θέλω οι στιγμές,
καρτερικές, ικέτιδες γονατιστές!
Ρόδινες αχνοφαίνονται
σαν όραμα στις φυλλωσιές,
οι εικόνες οι ιδανικές,
του αύριο οι νοσταλγικές!
Όπως τις θέλει η ψυχή,
οι επιθυμίες μας γλυκές!
Ηλιόλουστη κι η προσμονή
ως να γλυκάνουν οι χυμοί!
Κι όσο καλπάζει στο άτι του ο καιρός,
οι άρπαγες καραδοκούν,
αδιάντροποι οι καιροσκόποι!
Στου παραλόγου το σκοπό,
οι σαλτιμπάγκοι οι απεχθείς
κλέβουν του αθώου το μερτικό!
Αστράφτει η ελπίδα της ζωής,
παραμερίζει το κακό!
Στημένα σκιάχτρα θλιβερά
στέκουν τα δήθεν στις γωνιές,
τους τσιμπολόγους ν' απωθούν.
Αγάλι αγάλι, μέλι θα γενούν,
των τρυγητών οι ώρες
που θα ρθουν!
Για μας οι πιο όμορφες στιγμές!
Ας είναι οι αγκάλες ανοιχτές!
~ ~ V.K ~ ~
26 / 9 / 2016
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
painting by Francisco Goya,
Autumn, or the Grape Harvest
(1786-1787)
να σε ντυθώ να λάμψω,
έλα χαρά μου ακριβή,
μαζί σου να πετάξω!
Μαϊστράλι φύσα τα πανιά,
πάμε στα ωραία Παλάτια,
στα χώματα τα ιερά,
στο πέλαγο αγνάντια!
Στην Πύλη του Απόλλωνα
να εξαγνιστώ, να νιώσω,
την ομορφιά του να χαρώ
κι απ' το χρυσάφι να ευφρανθώ!
Να τον ερωτευτώ άλλη μια,
στον κόρφο του να ονειρευτώ,
να βασιλέψω στα βαθιά,
τον Ήλιο να στεφανωθώ!
Του φθινοπώρου τις δειλές πατημασιές,
εσύ ψυχή μου μην ακούς,
κλείσε την πόρτα στον καιρό!
Λατρεία η εποχή που ζω,
πίσω δεν την αφήνω,
στο καλοκαίρι που αγαπώ,
εδώ θέλω να μείνω!
Εδώ, στο ωραίο μου νησί
που 'χει στα σπίτια τα λευκά
τις φούξια μπουκαμβίλιες πινελιές,
κοχύλια, βότσαλα, την άμμο την ξανθή
και γαλανά, κρυστάλλινα νερά!
Τα μάρμαρα του ζηλευτά,
και οι κορφές ολόσπαρτες ξωκλήσια,
τ' αμπέλια σε πεζούλες στις πλαγιές
και οι δροσοπηγές του βάλσαμο στα στήθια!
Με το ηλιογέννητο γλαυκό,
το γλυκό φως του Αιγαίου
που όνειρα αρμενίζει,
τα δειλινά που κλέβουν τις καρδιές
κι η σκέψη στον Αποσπερίτη σεργιανίζει.
Μ' αυτές τις φεγγαράδες τις ψιθυριστές
που ζωγραφίζουν τις ακρογιαλιές,
ν' ακούς φεγγαροτράγουδα στη σιγαλιά,
να σε μαγεύει τ' άστρο του βοριά,
βιολί, λαούτο με κρασί κι αστροφεγγιές,
στιγμές να γράφουν κι όμορφες βραδιές!
Αχ, πουθενά δεν ξημερώνει έτσι η αυγή
κι ενώ σε έχω πάντοτε μαζί,
λες και με ξεριζώνουν έξω απ' το λιμάνι,
σαν φεύγω, πίσω αφήνω ένα κομμάτι!
Κράτα με εδώ μιας που
έχεις κλέψει την καρδιά μου,
σγουρέ βασιλικέ μου εσύ,
θαλασσινέ έρωτα μου,
γαλάζιο μου όνειρο, νησί,
μπρούσκο μεράκι μου,
σταλιά, σταλιά να με μεθάς
καλοκαιράκι μου!!!!
Λιτή και αφτιασίδωτη,
έτσι την αγαπώ,
ψυχή μου τη μορφή σου!
Όμορφη, με τη γλύκα
από της μάνας σου την τρυφερότη,
κει που σε τάιζε
με της καρδιάς το γάλα!
Με την αυθεντικότητα σου,
την αισθαντικότητα,
του ενστίκτου σου την έκφραση,
το άρωμα, τη γεύση σου
και της φωνής το χρώμα!
Στο πρόσωπο τη θάλασσα,
τη γοητεία του άγνωστου,
την καθαρότητα, γυαλί
κι εκείνο το μυστήριο
στο λαμπερό σου βλέμμα!
Γυμνή μέσα στα μάτια σου
η όμορφη ψυχή σου,
πως αγαπώ να τη θωρώ,
σαν τον γαλάζιο ουρανό!!!